μητέρα

維基詞典,自由的多語言詞典
跳到导航 跳到搜索

古希臘語[编辑]

其他寫法[编辑]

發音[编辑]

 

名詞[编辑]

μητέρα (mētéra)

  1. μήτηρ (mḗtēr)賓格單數

希臘語[编辑]

詞源[编辑]

源自古希臘語 μήτηρ (mḗtēr, 母親),源自原始希臘語 *mā́tēr,源自原始印歐語 *méh₂tēr

發音[编辑]

名詞[编辑]

μητέρα (mitéraf(复数 μητέρες,阳性 πατέρας

  1. 母親
    η μητέρα του μαθητήi mitéra tou mathití學生的母親
  2. (比喻) 同類事物中的第一
    η μητέρα των κοινοβουλίωνi mitéra ton koinovoulíon議會之
  3. (比喻, 口語) 同類事物中特徵的一個
    Ήταν μητέρα των μαχών.Ítan mitéra ton machón.這是戰爭之

變格[编辑]

近義詞[编辑]

相關詞彙[编辑]

同類詞彙[编辑]

參見:Appendix:希臘語詞彙表/家庭

拓展閱讀[编辑]