跳转到内容

τυφλός

維基詞典,自由的多語言詞典

古希臘語

[编辑]

詞源

[编辑]

源自原始印歐語 *dʰewbʰ-。與古愛爾蘭語 dub (暗的)古英語 deaf英語 deaf)、阿爾巴尼亞語 dudum等同源。

發音

[编辑]

形容詞

[编辑]

τῠφλός (tŭphlós (陰性 τῠφλή,中性 τῠφλόν); 第一類/第二類

  1. 失明的,
    1. 盲人肢體
    2. (比喻義) 指其他感覺內心
    3. (比喻義)
  2. (事物) 模糊的,朦朧的,看不見的
    1. (通道) 沒有出口
  3. (副詞) 看不見地,盲目

屈折

[编辑]

派生詞

[编辑]

派生語彙

[编辑]
  • 希臘語:τυφλός (tyflós)

拓展閱讀

[编辑]

希臘語

[编辑]

詞源

[编辑]

源自古希臘語 τῠφλός (tŭphlós)

形容詞

[编辑]

τυφλός (tyflós (陰性 τυφλή,中性 τυφλό)

  1. 失明的,
  2. (比喻義) 盲目
  3. 沒有開口

變格

[编辑]
τυφλός 的變格
單數 複數
陽性 陰性 中性 陽性 陰性 中性
主格 τυφλός τυφλή τυφλό τυφλοί τυφλές τυφλά
屬格 τυφλού τυφλής τυφλού τυφλών τυφλών τυφλών
賓格 τυφλό τυφλή τυφλό τυφλούς τυφλές τυφλά
呼格 τυφλέ τυφλή τυφλό τυφλοί τυφλές τυφλά

派生:
比較級πιο + 原級(如 πιο τυφλός)
相對最高級定冠詞 + πιο + 原級(如 ο πιο τυφλός)

添加後綴的比較程度
比較級 (?) 单数 复数
阳性 阴性 中性 阳性 阴性 中性
主格 τυφλότερος (tyflóteros) τυφλότερη (tyflóteri) τυφλότερο (tyflótero) τυφλότεροι (tyflóteroi) τυφλότερες (tyflóteres) τυφλότερα (tyflótera)
屬格 τυφλότερου (tyflóterou) τυφλότερης (tyflóteris) τυφλότερου (tyflóterou) τυφλότερων (tyflóteron) τυφλότερων (tyflóteron) τυφλότερων (tyflóteron)
賓格 τυφλότερο (tyflótero) τυφλότερη (tyflóteri) τυφλότερο (tyflótero) τυφλότερους (tyflóterous) τυφλότερες (tyflóteres) τυφλότερα (tyflótera)
呼格 τυφλότερε (tyflótere) τυφλότερη (tyflóteri) τυφλότερο (tyflótero) τυφλότεροι (tyflóteroi) τυφλότερες (tyflóteres) τυφλότερα (tyflótera)

派生:相對最高級:ο + 比較級形式,如 ο τυφλότερος (o tyflóteros), 等

相關詞彙

[编辑]
  • 參見:τύφλα  (týfla失明,盲)