επιστολή

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

詞源[编辑]

繼承自古希臘語 ἐπῐστολή (epistolḗ)

名詞[编辑]

επιστολή (epistolíf (复数 επιστολές)

  1. (宗教) 使徒書信
  2. 公函公文

變格[编辑]

近義詞[编辑]