跳转到内容

γκρίζος

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

詞源

[编辑]

源自意大利語 grigio (灰色)

發音

[编辑]

形容詞

[编辑]

γκρίζος (gkrízos (陰性 γκρίζα,中性 γκρίζο)

  1. 灰色
  2. (比喻義) 單調的,無趣

變格

[编辑]
γκρίζος 的變格
單數 複數
陽性 陰性 中性 陽性 陰性 中性
主格 γκρίζος  γκρίζα  γκρίζο  γκρίζοι  γκρίζες  γκρίζα 
屬格 γκρίζου  γκρίζας  γκρίζου  γκρίζων  γκρίζων  γκρίζων 
賓格 γκρίζο  γκρίζα  γκρίζο  γκρίζους  γκρίζες  γκρίζα 
呼格 γκρίζε  γκρίζα  γκρίζο  γκρίζοι  γκρίζες  γκρίζα 

派生:
比較級πιο + 原級(如 πιο γκρίζος)
相對最高級定冠詞 + πιο + 原級(如 ο πιο γκρίζος)

近義詞

[编辑]