跳转到内容

χόρτο

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

名詞

[编辑]

χόρτο (chórto (複數 χόρτα)

  1. (複數) 蔬菜綠葉菜
  2. (俚語) 大麻

變格

[编辑]
χόρτο 的變格
單數 複數
主格 χόρτο (chórto) χόρτα (chórta)
屬格 χόρτου (chórtou) χόρτων (chórton)
賓格 χόρτο (chórto) χόρτα (chórta)
呼格 χόρτο (chórto) χόρτα (chórta)

派生詞

[编辑]