跳转到内容

θέληση

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

名詞

[编辑]

θέληση (thélisif

  1. 意志

變格

[编辑]
θέληση 的變格
單數 複數
主格 θέληση (thélisi) θελήσεις (thelíseis)
屬格 θέλησης (thélisis)
θελήσεως (thelíseos)
θελήσεων (thelíseon)
賓格 θέληση (thélisi) θελήσεις (thelíseis)
呼格 θέληση (thélisi) θελήσεις (thelíseis)