βούτυρο

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

詞源[编辑]

源自古希臘語 βούτῡρον (boútūron, 牛奶芝士)βοῦς (boûs, ) + τῡρός (tūrós, 芝士,奶酪)

名詞[编辑]

βούτυρο (voútyron (复数 βούτυρα)

  1. 黃油
    同類詞: μαργαρίνη (margaríni)φυτίνη (fytíni)

變格[编辑]

相關詞彙[编辑]