跳转到内容

φθινόπωρο

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

其他寫法[编辑]

詞源[编辑]

源自古希臘語 φθινόπωρον (phthinópōron),源自φθίνω (phthínō, 減少,落下,枯萎) + ὀπώρα (opṓra, 水果)

發音[编辑]

名詞[编辑]

φθινόπωρο (fthinóporon (复数 φθινόπωρα)

  1. 秋天秋季
  2. (比喻義) 暮年殘年;事物已過盛年的階段
    Ο παππούς βρίσκεται στο φθινόπωρο της ζωής του.
    O pappoús vrísketai sto fthinóporo tis zoḯs tou.
    爺爺已經是風燭殘年

變格[编辑]

同類詞彙[编辑]

派生詞[编辑]

拓展閱讀[编辑]