跳转到内容

τόξο

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

詞源

[编辑]

源自古希臘語 τόξον (tóxon)

名詞

[编辑]

τόξο (tóxo (複數 τόξα)

  1. (射箭)

變格

[编辑]
τόξο 的變格
單數 複數
主格 τόξο (tóxo) τόξα (tóxa)
屬格 τόξου (tóxou) τόξων (tóxon)
賓格 τόξο (tóxo) τόξα (tóxa)
呼格 τόξο (tóxo) τόξα (tóxa)

派生詞

[编辑]

參見

[编辑]

拓展閱讀

[编辑]