跳转到内容

λεωφόρος

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

名詞

[编辑]

λεωφόρος (leofóros (複數 λεωφόροι)

  1. 大街大道

變格

[编辑]
λεωφόρος 的變格
單數 複數
主格 λεωφόρος (leofóros) λεωφόροι (leofóroi)
屬格 λεωφόρου (leofórou) λεωφόρων (leofóron)
賓格 λεωφόρο (leofóro) λεωφόρους (leofórous)
呼格 λεωφόρε (leofóre)
λεωφόρο (leofóro)
λεωφόροι (leofóroi)

相關詞彙

[编辑]

參見

[编辑]

拓展閱讀

[编辑]