跳转到内容

πρόσφυγας

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

名詞

[编辑]

πρόσφυγας (prósfygas (複數 πρόσφυγες)

  1. 難民

變格

[编辑]
πρόσφυγας 的變格
單數 複數
主格 πρόσφυγας (prósfygas) πρόσφυγες (prósfyges)
屬格 πρόσφυγα (prósfyga) προσφύγων (prosfýgon)
賓格 πρόσφυγα (prósfyga) πρόσφυγες (prósfyges)
呼格 πρόσφυγα (prósfyga) πρόσφυγες (prósfyges)

延伸閱讀

[编辑]