πατατάκι

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

詞源[编辑]

πατατ (patat, 馬鈴薯,土豆) +‎ -άκι (-áki, 指小後綴)

名詞[编辑]

πατατάκι (patatákin (复数 πατατάκια)

  1. 薯片

變格[编辑]