跳转到内容

πίτσα

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

詞源

[编辑]

借自意大利語 pizza (披薩)

名詞

[编辑]

πίτσα (pítsa (複數 πίτσες)

  1. 披薩

變格

[编辑]
πίτσα 的變格
單數 複數
主格 πίτσα (pítsa) πίτσες (pítses)
屬格 πίτσας (pítsas) πιτσών (pitsón)
賓格 πίτσα (pítsa) πίτσες (pítses)
呼格 πίτσα (pítsa) πίτσες (pítses)

相關詞彙

[编辑]