跳转到内容

ξαφνικά

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

副詞

[编辑]

ξαφνικά (xafniká)

  1. 突然忽然
    近義詞: αίφνης (aífnis)αιφνίδια (aifnídia)αιφνιδίως (aifnidíos)απότομα (apótoma)άξαφνα (áxafna)έξαφνα (éxafna)μεμιάς (memiás)μονοκοπανιάς (monokopaniás)

相關詞彙

[编辑]