κατά

維基詞典,自由的多語言詞典

古希腊语[编辑]

其他寫法[编辑]

词源[编辑]

读音[编辑]

介词[编辑]

κᾰτᾰ́ (katá)

  1. (+ 屬格) 反对
  2. (+ 賓格)
    1. 在……期間
    2. 为了
    3. 根据

派生詞[编辑]

派生語彙[编辑]

  • 希臘語:κατά (katá)
  • 拉丁語:cata (至此查閱更多衍生詞彙)
  • 英語:cata-

拓展閱讀[编辑]

参考文献[编辑]

  1. Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [印歐語詞源詞典] (德語), 卷II, Bern, München: Francke Verlag, 页612

希腊语[编辑]

其它词形[编辑]

词源[编辑]

读音[编辑]

介词[编辑]

κατά (katá)

  1. (+ 屬格) 反对
    Έγινε έγκλημα κατά της Ελλάδας!Égine égklima katá tis Elládas!罪行正在全希臘發生!
    反義詞: υπέρ (ypér)
  2. (+ 賓格)
    Το δωμάτιο βλέπει κατά την ανατολή.To domátio vlépei katá tin anatolí.房間東。
  3. (+ 賓格) 在……期間
    κατά τη διάρκεια του ταξιδιούkatá ti diárkeia tou taxidioú旅途期間
  4. (+ 賓格) 大约
    Θα έρθω κατά τις έξι το απόγευμα.Tha értho katá tis éxi to apógevma.我會在晚上六點左右到。
  5. (+ 賓格) 根据
    κατά τον Γιώργο ...katá ton Giórgo ...根据喬治……

近義詞[编辑]

派生詞[编辑]