επίρρημα

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

其他形式[编辑]

詞源[编辑]

繼承自古希臘語 ἐπίρρημα (epírrhēma),繼承自原始印歐語 *werh₁-


名詞[编辑]

επίρρημα (epírriman (复数 επιρρήματα)

  1. (語法) 副詞
    Το «βεβαίως» είναι ένα επίρρημα.
    To «vevaíos» eínai éna epírrima.
    “Βεβαίως”是一個副詞

變格[编辑]

延伸閱讀[编辑]