ελληνικά

維基詞典,自由的多語言詞典
跳到导航 跳到搜索

希腊语

發音[编辑]

名詞[编辑]

 ελληνικά  (elliniká)(〈〉)

  1. 希臘語
    Ο άνδρας μιλούσε άπταιστα ελληνικά.  那個人會講流利的希臘語。

同源詞[编辑]

形容詞[编辑]

 ελληνικά  (elliniká)

  1. ελληνικός 的中性主格复数形。
  2. ελληνικός 的中性宾格复数形。
  3. ελληνικός 的中性呼格复数形。