εκκλησία

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

詞源[编辑]

源自古希臘語 ἐκκλησία (集會)

發音[编辑]

  • IPA(幫助)/e.kliˈsi.a/
  • 斷字:εκ‧κλη‧σί‧α

名詞[编辑]

εκκλησία (ekklisíaf (复数 εκκλησίες)

  1. 教會
    Ορθόδοξη ΕκκλησίαOrthódoxi Ekklisía東正教會
  2. 教區
  3. 教堂

變格[编辑]

相關詞彙[编辑]

參見[编辑]