γλώσσα

維基詞典,自由的多語言詞典
跳到导航 跳到搜索

希臘語[编辑]

詞源[编辑]

源自古希臘語 γλῶσσα (glôssa)

發音[编辑]

  • IPA(幫助)/ˈɣlosa/
  • 斷字:γλώσ‧σα

名詞[编辑]

γλώσσα (glóssaf(复数 γλώσσες

  1. (解剖學) 舌頭
    Πρόσεξε μη δαγκώσεις κατά λάθος τη γλώσσα σου.
    Prósexe mi dagkóseis katá láthos ti glóssa sou.
    注意,別不小心咬到自己的舌頭
    Ο Παππούς έχει καρκίνο της γλώσσας.
    O Pappoús échei karkíno tis glóssas.
    爺爺患了癌。
  2. (比喻)
    1. 鞋拔
      η γλώσσα του παπουτσιούi glóssa tou papoutsioú拔子
    2. 火舌
      πύρινες γλώσσες φωτιάςpýrines glósses fotiás噴吐的火
    3. 伸入湖海的長條狀土地
      γλώσσα στεριάς που προχωρεί στη θάλασσαglóssa steriás pou prochoreí sti thálassa伸入海中的長條狀土地
  3. (語言學, 轉喻) 語言
    Η Ελληνική είναι πλούσια γλώσσα.
    I Ellinikí eínai ploúsia glóssa.
    希臘語是一門富有的語言
    Ποια είναι η επίσημη γλώσσα εδώ;
    Poia eínai i epísimi glóssa edó?
    這裡的官方語言是哪種?
    μητρική γλώσσαmitrikí glóssa
    φυσική γλώσσαfysikí glóssa自然語言
    τεχνητή γλώσσαtechnití glóssa人工語言
  4. Solea solea
    Φάγαμε χθες γλώσσα για βραδινό.
    Fágame chthes glóssa gia vradinó.
    昨天晚餐我們吃了鰨魚

變格[编辑]

近義詞[编辑]

派生詞[编辑]

拓展閱讀[编辑]

  • Wikipedia-logo.svg γλώσσα在希臘語維基百科上的資料。維基百科 el