跳转到内容

γαλόπουλο

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語

[编辑]

名詞

[编辑]

γαλόπουλο (galópoulo (複數 γαλόπουλα)

  1. 火雞

變格

[编辑]
γαλόπουλο 的變格
單數 複數
主格 γαλόπουλο (galópoulo) γαλόπουλα (galópoula)
屬格 γαλόπουλου (galópoulou) γαλόπουλων (galópoulon)
賓格 γαλόπουλο (galópoulo) γαλόπουλα (galópoula)
呼格 γαλόπουλο (galópoulo) γαλόπουλα (galópoula)

近義詞

[编辑]

相關詞彙

[编辑]
參見:γάλος  (gálos雄火雞)

參見

[编辑]