源自中世紀中古希臘語 ἀνταμώνω ( antamṓnō ) ,源自ἀντάμα ( antáma ) + -ώνω ( -óno ,動詞後綴 ) 。參見古希臘語短語ἐν τῷ ἅμα ( en tôi háma ,“ 一起 ” ) 。[ 1] [ 2]
國際音標 (幫助 ) : /an.daˈmo.no/
斷字:α‧ντα‧μώ‧νω
ανταμώνω (antamóno ) (過去 簡單式 αντάμωσα ,被動 語態 ανταμώνομαι )
( 熟稱 ) 見面
近義詞: συναντώ ( synantó )
ανταμώνω ανταμώνομαι
主動態 ➤
被動態 ➤
直陳語氣 ➤
未完成體 ➤
完成體 ➤
未完成體
完成體
非過去式 ➤
現在 ➤
非獨立 ➤
現在
非獨立形
1 單
ανταμώνω
ανταμώσω
ανταμώνομαι
ανταμωθώ
2 單
ανταμώνεις
ανταμώσεις
ανταμώνεσαι
ανταμωθείς
3 單
ανταμώνει
ανταμώσει
ανταμώνεται
ανταμωθεί
1 複
ανταμώνουμε , [‑ομε ]
ανταμώσουμε , [‑ομε ]
ανταμωνόμαστε
ανταμωθούμε
2 複
ανταμώνετε
ανταμώσετε
ανταμώνεστε , ανταμωνόσαστε
ανταμωθείτε
3 複
ανταμώνουν (ε )
ανταμώσουν (ε )
ανταμώνονται
ανταμωθούν (ε )
過去式 ➤
過去未完成時 ➤
一般過去式 ➤
過去未完成時
一般過去式
1 單
αντάμωνα
αντάμωσα
ανταμωνόμουν (α )
ανταμώθηκα
2 單
αντάμωνες
αντάμωσες
ανταμωνόσουν (α )
ανταμώθηκες
3 單
αντάμωνε
αντάμωσε
ανταμωνόταν (ε )
ανταμώθηκε
1 複
ανταμώναμε
ανταμώσαμε
ανταμωνόμασταν , (‑όμαστε )
ανταμωθήκαμε
2 複
ανταμώνατε
ανταμώσατε
ανταμωνόσασταν , (‑όσαστε )
ανταμωθήκατε
3 複
αντάμωναν , ανταμώναν (ε )
αντάμωσαν , ανταμώσαν (ε )
ανταμώνονταν , (ανταμωνόντουσαν )
ανταμώθηκαν , ανταμωθήκαν (ε )
將來時 ➤
持續將來時 ➤
一般將來時 ➤
持續將來時
一般將來時
1 單
θα ανταμώνω ➤
θα ανταμώσω ➤
θα ανταμώνομαι ➤
θα ανταμωθώ ➤
2,3 單 , 1,2,3 複
θα ανταμώνεις , …
θα ανταμώσεις , …
θα ανταμώνεσαι , …
θα ανταμωθείς , …
完成體 ➤
完成體
現在完成時 ➤
έχω , έχεις , … ανταμώσει
έχω, έχεις, … ανταμωθεί
過去完成時 ➤
είχα , είχες , … ανταμώσει
είχα, είχες, … ανταμωθεί
將來完成時 ➤
θα έχω , θα έχεις , … ανταμώσει
θα έχω, θα έχεις, … ανταμωθεί
虛擬語氣 ➤
使用上面的現在時、非獨立形(用於一般過去式)或現在完成時形式 + 助詞(να 、ας )。
祈使語氣 ➤
未完成體
完成體
未完成體
完成體
2 單
αντάμωνε
αντάμωσε
—
ανταμώσου
2 複
ανταμώνετε
ανταμώστε
ανταμώνεστε
ανταμωθείτε
其他形式
主動態
被動態
現在分詞➤
ανταμώνοντας ➤
—
完成分詞➤
έχοντας ανταμώσει ➤
ανταμωμένος , ‑η, ‑ο ➤
非限定形➤
ανταμώσει
ανταμωθεί
注釋 Appendix:希臘語動詞
• (…) 可選或非正式。 […] 罕用。 {…} 古體。 • 有多種形式的,按使用頻率依次遞減。 • 使用虛擬式可組合出委婉命令式。