跳转到内容

άθελα

維基詞典,自由的多語言詞典

希臘語[编辑]

副詞[编辑]

άθελα (áthela)

  1. 無意
    Αν έχω προσβάλλει κάποιον άθελά μου.An écho prosvállei kápoion áthelá mou.如果我冒犯到別人,那都是無意的
    反義詞: επίτηδες (epítides)

相關詞彙[编辑]